Οι Νικημένοι

Jancso Miklos

Ουγγαρία, 1965

ΣΥΝΟΨΗ

Η ταινία, που αφηγείται την ιστορία της αιχµαλωσίας των παράνοµων του Ρόζα Σάντορ, παρουσιάζει τη νοοτροπία και τις µεθόδους που υιοθετεί η δεσποτική εξουσία. Το 1869, ο Κόµης Ράνταϊ Γεδεών διορίζεται κυβερνητικός επίτροπος. Το βασικό του καθήκον είναι η προστασία της περιουσίας των υπηκόων και η σύλληψη των παρανόµων µετά τον Πόλεµο της Ανεξαρτησίας του 1848-1849. Ο Ράνταϊ, που είναι επιρρεπής στον εκφοβισµό, έχει το δικό του τρόπο να αντιµετωπίζει καταστάσεις. Οι παράνοµοι οδηγούνται σε µια φυλακή ενός κάστρου στη Μεγάλη Ουγγρική Πεδιάδα, µε το όνοµα «η τάφρος». Μετά από απειλές και φριχτά σωµατικά και ψυχολογικά βασανιστήρια, οι παράνοµοι αναγκάζονται να προδώσουν τους συντρόφους τους. Οι πρώην στρατιώτες του Κoσούθ, του Ουγγρικού Απελευθερωτικού Μετώπου, γίνονται θύµατα της τιµής και της αξιοπρέπειάς τους.

Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Miklós Jancsó

Ο Μίκλος Γιάντσο (27 Σεπτεµβρίου 1921– 31 Ιανουαρίου 2014) ήταν ένας Ούγγρος σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Ο Γιάντσο κέρδισε διεθνή αναγνωρισιµότητα στα µέσα της δεκαετίας του ‘60, µε ταινίες όπως Οι Νικηµένοι (Szegénylegények, 1965), Κόκκινοι και λευκοί (Csillagosok, katonák, 1967) και Ο Κόκκινος Ψαλµός (Még kér a nép, 1971).

Οι ταινίες του Γιάντσο διακρίνονται από στιλιζάρισµα, κοµψά χορογραφηµένα πλάνα, µεγάλες λήψεις, αναπαραστάσεις εποχής, σκηνικά στην επαρχία, αλλά και την απουσία ψυχανάλυτικης προσέγγισης. Οι ταινίες του είναι συχνά αλληγορικά σχόλια για την Ουγγαρία υπό το καθεστώς του Κοµµουνισµού και τη Σοβιετική κατοχή, αν και οι κριτικοί προτιµούν να δίνουν έµφαση στις οικουµενικές διαστάσεις των αναζητήσεων του Γιάντσο. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και ειδικότερα στην αρχή του ‘70, η δουλειά του Γιάντσο έγινε όλο και πιο στιλιζαρισµένη και µε πολλούς συµβολισµούς.

Ο γιος του Ούγγρου Σάντορ Γιάντσο και της Ρουµάνας Άνγκελα Ποπαράδα, ο Μίκλος Γιάντσο, σπούδασε µετά το λύκειο Νοµική στο Πετς, ενώ αποφοίτησε από το Κόλοσβαρ (σηµερινό Κλουζ της Ρουµανίας) το 1944. Επίσης, παρακολούθησε µαθήµατα Ιστορίας της Τέχνης και Εθνογραφίας, που συνέχισε να σπουδάζει στην Τρανσυλβανία. Ο Γιάντσο υπηρέτησε στον Δεύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο και βρέθηκε για λίγο να είναι αιχµάλωτος πολέµου. Γράφτηκε στο δικηγορικό σώµα, αλλά απέφυγε να ακολουθήσει καριέρα ως νοµικός.

Μετά τον πόλεµο, ο Γιάντσο γράφτηκε στην Ακαδηµία Θεάτρου και Κινηµατογράφου στη Βουδαπέστη. Έλαβε το πτυχίο του στη σκηνοθεσία το 1950. Εκείνη την εποχή ο Γιάντσο ξεκίνησε να δουλεύει µε υλικό από κινηµατογραφικά επίκαιρα και να επεξεργάζεται θέµατα όπως οι εκδηλώσεις για την Πρωτοµαγιά, οι θερισµοί και οι επίσηµες επισκέψεις από Σοβιετικούς αξιωµατούχους. Ξεκίνησε να σκηνοθετεί ταινίες το 1954, γυρίζοντας επίκαιρα. Ανάµεσα στο 1954 και στο 1958, γύρισε µικρού µήκους ταινίες επικαίρων µε θέµατα που κυµαίνονταν από το πορτρέτο του Ούγγρου συγγραφέα Σίγκµοντ Μόριτς έως την επίσηµη επίσκεψη αντιπροσώπων του Κινεζικού Κράτους το 1957. Αν και αυτές οι ταινίες δεν φανέρωναν τις αισθητικές δυνατότητες του Γιάντσο, του πρόσφεραν την ευκαιρία να τελειοποιήσει τις τεχνικές του κινηµατογράφου, ενώ παράλληλα τού επέτρεψαν να ταξιδέψει στην Ουγγαρία και να γίνει µάρτυρας των γεγονότων.

Το 1958, ολοκλήρωσε την πρώτη του µεγάλου µήκους ταινία, The Bells Have Gone to Rome, όπου πρωταγωνιστούσε ο Μίκλος Γκάµπορ. Στην ταινία, µια οµάδα Ούγγρων σχολιαρόπαιδων που δέχνονται πιεσεις από Γερµανούς Ναζί να καταταγούν στον στρατό και να πολεµήσουν στο ανατολικό µέτωπο ενάντια στους Ρώσους. Καθώς τα παιδιά ξεκινούν να µαθαίνουν και να κατανοούν το ναζιστικό καθεστώς, απορρίπτουν την προσφορά. Ο Γιάντσο απαρνήθηκε αυτό το πρώιµο έργο του, επέστρεψε στο ντοκιµαντέρ και συνεργάστηκε µε τη σύζυγό του, τη Μάρτα Μεσάρος. Το 1959 γνώρισε τον Ούγγρο συγγραφέα Γκιούλα Χερνάντι. Συνέχισαν να συνεργάζονται συχνά µέχρι τον θάνατο του Χερνάντι το 2005.

Οι Νικηµένοι (1966), η πέµπτη µεγάλου µήκους ταινία του, σηµείωσε τεράστια επιτυχία εντός και εκτός της χώρας του, και θεωρείται συχνά ένα σηµαντικό δείγµα του παγκόσµιου κινηµατογράφου. Ο Ούγγρος κριτικός κινηµατογράφου Ζόλταν Φάµπρι την βάφτισε «πιθανώς την καλύτερη ουγγρική ταινία που έχει γυριστεί ποτέ». Ο κριτικός κινηµατογράφου Ντέρεκ Μάλκοµ την συµπεριέλαβε στη λίστα του µε τις 100 καλύτερες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. Στην Ουγγαρία, την είδαν περισσότεροι από ένα εκατοµµύριο άνθρωποι (σε µια χώρα µε πληθυσµό 10 εκατοµµυρίων).

Η ταινία Κόκκινοι και λευκοί (1967) έγινε η µεγαλύτερη διεθνής επιτυχία του, καθώς κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ξένης Ταινίας του Γαλλικού Συνδικάτου Κριτικών Κινηµατογράφου. Στις επόµενες ταινίες του ανέπτυξε ένα προσωπικό ύφος χαρακτηριστικό για την αναλυτική µατιά του στην ιστορία, τη χρήση σύνθετης κίνησης της κάµερας, του χορού και των λαϊκών τραγουδιών. Ο Γιάντσο δηµιούργησε το δικό του κινηµατογραφικό ύφος. Το αποκάλεσε «πολιτικό µιούζικαλ». Τα πλάνα µεγάλης διάρκειας έγιναν σήµα-κατατεθέν του Γιάντσο. Η ταινία του Αστραφτεροί άνεµοι, διάρκειας 80 λεπτών, αποτελείται από µόλις 12 πλάνα. Ο Γιάντσο απέσπασε το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών το 1972, για την ταινία Ο κόκκινος ψαλµός (1972). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘70, ζούσε ανάµεσα στην Ιταλία και την Ουγγαρία. Η γνωστότερη από τις ταινίες που γύρισε στην Ουγγαρία είναι η Ιδιωτικά βίτσια, δηµόσιες αρετές (1976). Οι ταινίες που γύρισε αµέσως µετά, οι Ουγγρική ραψωδία (1979) και Allegro barbaro (1979) ήταν οι πιο πολυδάπανες ουγγρικές παραγωγές της εποχής, αλλά δεν συνάντησαν κριτική αποδοχή.

Ο Γιάντσο διακρίθηκε µε το Χρυσό Λιοντάρι για το σύνολο της καριέρας του στην Μπιενάλε  της Βενετίας του 1990. Μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες και ένα µεγάλο διάλειµµα από τη σκηνοθεσία, ο Γιάντσο επέστρεψε στην ενεργό δράση µε το The Lord’s Lantern in Budapest (1999). Αυτή η ταινία σηµείωσε αναπάντεχη επιτυχία και καθόρισε την επιστροφή του σκηνοθέτη, που γύρισε στο εξής ακόµη πέντε ταινίες, µε τους Πέπε (Ζόλταν Μούκσι) και Κάπα (Πέτερ Σέρερ), η τελευταία εκ των οποίων γυρίστηκε το 2006. Ο Γιάντσο εδραίωσε τη φήµη του κάνοντας εµφανίσεις σε µια σειρά ταινιών, όπως για παράδειγµα υποδυόµενος τον εαυτό του στις ταινίες µε τους Πέπε και Κάπα, ή παίζοντας γκεστ ρόλους σε ταινίες ανερχόµενων Ούγγρων σκηνοθετών. Ο Γιάντσο κατέληξε στις 31 Ιανουαρίου του 2014 από καρκίνο των πνευµόνων, σε ηλικία 92 ετών. Ο συµπατριώτης του σκηνοθέτης Μπέλα Ταρ αποκάλεσε τον Γιάντσο «τον µεγαλύτερο Ούγγρο σκηνοθέτη όλων των εποχών» και αναγνώρισε τη µεγάλη επιρροή του Γιάντσο στην ίδια του τη φιλµογραφία.

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

  • The Bells Have Gone to Rome (1958)
  • Cantata (1962)
  • My Way Home (1964)
  • Οι νικηµένοι (1965)
  • Κόκκινοι και λευκοί (1967)
  • Silence and Cry (1968)
  • Decameron ‘69 (1969)
  • The Confrontation (1969)
  • Αστραφτεροί άνεµοι (1969)
  • Égi bárány (1970)
  • The Pacifist (1970)
  • La tecnica e il rito (τηλεταινία, 1971)
  • Ο κόκκινος ψαλµός (1972)
  • Roma rivuole Cesare (τηλεταινία, 1974)
  • Ηλέκτρα (1975)
  • Ιδιωτικά βίτσια, δηµόσιες αρετές (1976)
  • Ουγγρική ραψωδία (1978)
  • Allegro barbaro (1979)
  • The Tyrant’s Heart (1981)
  • Faustus doktor boldogságos pokoljárása (τηλεοπτική µίνι-σειρά, 1984)
  • Omega, Omega, Omega (τηλεταινία, 1984)
  • Dawn (1986)
  • Season of Monsters (1987)
  • Jesus Christ’s Horoscope (1989)
  • God Walks Backwards (1991)
  • Blue Danube Waltz (1992)
  • The Lord’s Lantern in Budapest (1999)
  • Anyád! A szúnyogok (2000)
  • Last Supper at the Arabian Gray Horse (2001)
  • Wake Up, Mate, Don’t You Sleep (2002)
  • A mohácsi vész (2004)
  • Ede megevé ebédem (2006)
  • So Much for Justice! (2010)

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Jancsó Miklós

Σενάριο: Hernádi Gyula

Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Banovich Tamás

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Tamás Somló

Μοντάζ: Zoltan Farkas

Χρώμα: Ασπρόμαυρο

Διάρκεια: 88’

Ηθοποιοί:
János Görbe ως János Gajdar
Zoltán Latinovits ως Imre Veszelka
Tibor Molnár ως Kabai
Gábor Agárdy ως Torma (as Agárdy Gábor)
András Kozák ως Ifj. Kabai
Béla Barsi ως Foglár
József Madaras ως Magyardolmányos
János Koltai ως Béla Varju
István Avar ως Vallató I
Lajos Őze ως Vallató II

Φεστιβάλ / Βραβεία:
Υποψηφιότητα, Χρυσός Φοίνικας, Μίκλος Γιάντσο
Εθνική Κοινότητα Κριτικών Κινηµατογράφου, ΗΠΑ 1970 τρίτη θέση, βραβείο NSFC Award, βραβείο σκηνοθεσίας (Μίκλος Γιάντσο)
Μεγάλο Βραβείο (Φεστιβάλ του Λοκάρνο, 1967)

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Imdb

Mandarchiv.hu

Wikipedia

ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

European Films For Innovative Audience / Designed by Freelance Creative