Κάπου στην Ευρώπη

Radvanyi Geza

Ουγγαρία, 1948

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ

Είδη

Ιστορία, μεταπολεμική ταινία, δράμα

Θέματα Αναφοράς

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ορφανά, η δύναμη της μουσικής, σχέσεις ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας, ηρωισμός, αυτοθυσία

Η ταινία

Η πρώτη μεταπολεμική ουγγρική ταινία, που έχει τίτλο Κάπου στην Ευρώπη, εκτυλίσσεται στα μέσα της δεκαετίας του ‘40 και αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας ορφανών, εγκαταλειμμένων παιδιών που έρχονται κοντά το ένα με το άλλο και παλεύουν για επιβίωση. Προκειμένου να εξασφαλίσουν τον επιούσιο, βανδαλίζουν και κλέβουν. Ένα απόμακρο, ερειπωμένο κάστρο όπου έχει βρει καταφύγιο ένας διακεκριμένος μουσικός, του οποίου η καριέρα κατέρρευσε εξαιτίας του πολέμου, γίνεται το κρησφύγετό τους. Η παρέα με τον μαέστρο κάνει τα παιδιά να αποκτήσουν μια νέα εκπαίδευση και να γνωρίσουν τις σοσιαλιστικές ιδέες και την κλασική μουσική. Αλλά τα πράγματα αρχίζουν να αντιστρέφονται, καθώς ό,τι ήταν απίθανο στην αρχή τώρα γίνεται πιθανό και η κατάσταση ολισθαίνει προς ένα μοντέλο συμπεριφοράς που θυμίζει τον Άρχοντα των μυγών. Η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχο όταν οι ντόπιοι και οι καχύποπτες αρχές κάνουν έφοδο στο κάστρο και σκοτώνουν ένα από τα αγόρια. Η κατολίσθηση των βράχων που προξενούν τα αγόρια στην προσπάθειά τους να υπερασπιστούν το κάστρο είναι κατά πάσα πιθανότητα μια αναφορά στην ταινία Ερρίκος ο 5ος (1944) του Λόρενς Ολίβιε. Αναμφίβολα οι σεναριογράφοι Μπέλα Μπαλάζ και Γκίζα Ραντβάνι είχαν άλλη μια ταινία κατά νου όταν έγραφαν το σενάριο: το The Road to Life (Putyovka v zhizn, 1931), του Νίκολαϊ Εκ, ένα αντίστοιχο δείγμα κομμουνιστικής προπαγάνδας που μιλούσε για την επανεκπαίδευση κάποιων ατίθασων αγοριών από τη Ρωσία.Το πρώτο μέρος της ταινίας δείχνει τα αγόρια και δυο κορίτσια να απαρτίζουν μια λίγο-πολύ ομοιογενή ομάδα, που έχει επικεφαλής τον μεγαλύτερο σε ηλικία Πέτερ Χόζου (τον οποίο υποδύεται ο χαρισματικός και ευαίσθητος Μίκλος Γκάμπορ), που αποβλήθηκε από το αναμορφωτήριο. Από τις πρώτες κιόλας σκηνές, υπάρχουν πολλές εκθαμβωτικές εικόνες, με διάφορες οπτικές γωνίες που αναδεικνύουν τις ανέστιες ζωές των παιδιών σε έναν κόσμο ρημαγμένο από τον πόλεμο και περιλαμβάνουν σύμβολα της χαμένης παιδικής αθωότητας. Η σύνθεση της εικόνας και το μοντάζ μάς θυμίζουν το πρώιμο σοβιετικό σινεμά. Υπάρχει μια γκροτέσκα σεκάνς που δείχνει ένα παιδί καθηλωμένο από τον τρόμο να βλέπει κάποια κέρινα ομοιώματα (ανάμεσά τους και ένα του Αδόλφου Χίτλερ) να λιώνουν στις φλογες. Αυτό το μέρος, όπως και ένα φλάσμπακ στο οποίο ένα κορίτσι θυμάται τον βιασμό της από έναν Γερμανό αξιωματικό, θυμίζουν το βωβό εξπρεσιονιστικό σινεμά της Γερμανίας. Μετά τον βιασμό, το κορίτσι βλέπει από το παράθυρο τους στρατιώτες να απομακρύνουν όλη την οικογένειά της από το σπίτι. Όταν επιστρέφει στο υπνοδωμάτιο όπου έγινε ο βιασμός, πυροβολεί τον αξιωματικό και τον σκοτώνει. Κατά τη διάρκεια του βιασμού, ο αξιωματικός εμφανίζεται σαν τερατώδης σκιά. Όταν πεθαίνει, βλέπουμε πάλι μόνο τη σκιά του. Αυτή η σκηνή μας θυμίζει τον θάνατο του βρικόλακα στο Νοσφεράτου (1922) του Φ.Β. Μούρναου.Το δεύτερο μέρος της ταινίας εστιάζει στην αλληλεπίδραση του παιδιού με τον ηλικιωμένο άνδρα που κορυφώνεται με τον θάνατο του μικρού Κούκσι, που έμαθε να παίζει τη «Μασσαλιώτιδα» στη φυσαρμόνικα. Ο Πέτερ Σίμον είναι πολύ αποτελεσματικός στο να φέρνει δάκρυα στα μάτια. Δίδαξε στα παιδιά τη «Μασσαλιώτιδα» γιατί τη θεωρούσε την απόλυτη έκφραση ελευθερίας – μια αρετή για την οποία, σύμφωνα με τον Σίμον, αξίζει να παλεύει κανείς. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της ταινίας θυμίζει την χολιγουντιανή ταινία Boys Town (1938) του Νόρμαν Τάουρογκ. Τόσο ο Ζορζ Σαντούλ όσο και η ομάδα των κριτικών Γκάρμπιζ και Κλινόφσκι βρήκαν το πρώτη μέρος της ταινίας καταπληκτικό, αλλά το δεύτερο μη ρεαλιστικό και επιπόλαιο. Στην πραγματικότητα, και τα δύο μέρη της ταινίας είναι εξίσου προβληματικά. Το πρώτο μιμείται μάταια τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, ενώ το δεύτερο υποκύπτει στον συναισθηματισμό των χολιγουντιανών ταινιών. Ωστόσο, το πιο δυνατό στοιχείο της ταινίας εμφανίζεται στο δεύτερο μέρος: πρόκειται για την προπαγάνδα της. Όταν ο νεαρός Χόζου περιφρονεί την «ελευθερία» συγκρίνοντας τις εμπειρίες του από τη ζωή στο δρόμο, ο Σίμον επιχειρηματολογεί πειστικά πως η ελευθερία δεν είναι αυτό που ήταν. «Η φτώχεια», λέει στους νέους, «είναι η χειρότερη μορφή αιχμαλωσίας» – στέλνοντας έτσι ένα μήνυμα όχι μόνο υπέρ της νέας τάξης πραγμάτων (αυτής που κυριαρχεί στην εποχή στην οποία γυρίστηκε η ταινία και όχι αυτή στην οποία εκτυλίσσεται), αλλά και εναντίον του καπιταλισμού, που γεννά τη φτώχεια. Το γεγονός ότι δεν θα υπήρχε καμιά ελευθερία για τα μέλη του Κόμματος να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους δεν αναφέρεται καν. Ο Σίμον δεν είναι δα και κανένας προφήτης.Ο Μπαλάς και ο Ραντβάνι μοιάζουν να πιστεύουν πως η «Μασσαλιώτιδα» είναι η ευγενέστερη έκφραση της ανθρωπότητας για την ελευθερία – και, κατά πάσα πιθανότητα, έχουν δίκιο. Ωστόσο, όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα πράγματα στην ταινία, το παρακάνουν. Μπορεί η συμμορία να σφυρίζει τον σκοπό ή να τον παίζει στο πιάνο ή στη φυσαρμόνικα, αλλά σε κάθε περίπτωση ακούγεται πολλές φορές. Αντιθέτως, στη Μεγάλη χίμαιρα του Ζαν Ρενουάρ, όπου ακούγεται μία μόνο φορά, η χρήση της έχει απίστευτη δύναμη.

Ο σεναριογράφος

Ο Μπέλα Μπαλάς, ή αλλιώς Χέρμπερτ Μπάουερ, είχε Γερμανούς γονείς. Ξεκίνησε να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Μπαλάς όταν υπέγραφε άρθρα σε εφημερίδες πριν να μετοικήσει το 1902 στη Βουδαπέστη, όπου και σπούδασε Ουγγρικά και Γερμανικά στο κολέγιο Eötvös. Ο Μπαλάς ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από την ομάδα Sonntagskreis ή «Κύκλος της Κυριακής». Αυτή ήταν μια ομάδα διανοουμένων που σχημάτισε μαζί με τους Λάγος Φύλεπ, Άρνολντ Χάουζερ, Γκιόργκι Λούκατς και Κάριολι (Καρλ) Μάνχαιμ το φθινόπωςρο του 1915. Οι συναντήσεις της ομάδας γίνονταν κάθε Κυριακή απόγευμα στο διαμέρισμά του. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1915, ο Μπαλάς είχε ήδη γράψει κάποια σχόλια για την επιτυχία της ομάδας στο ημερολόγιό του. Σήμερα είναι ίσως περισσότερο γνωστός για το λιμπρέτο που έγραψε για το Κάστρο του Κυανοπώγωνα. Στην αρχή έγραψε το λιμπρέτο για τον συγκάτοικό του Ζόλταν Κόνταλι, που στην πορεία τον σύστησε στον πραγματικό συνθέτη της όπερας, τον Μπέλα Μπάρτοκ. Αυτή η συνεργασία συνεχίστηκε περαιτέρω όταν ο Μπαλάς έγραψε το σενάριο για το μονόπρακτο μπαλέτο του Μπάρτοκ Ο ξύλινος πρίγκηπας. Η κατάρρευση της βραχύβιας Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας υπό τον Μπέλα Κουν το 1919 ανάγκασε τον Μπαλάς να ζήσει για ένα μεγάλο διάστημα εξόριστος στη Βιέννη και στη Γερμανία, αλλά και στη Σοβιετική Ένωση, από το 1933 ώς το 1945. Ο Γκιόργκι Λούκατς, ένας στενός του φίλος από τα νεανικά του χρόνια, έγινε άσπονδος εχθρός κατά τη διάρκεια της απομάκρυνσης των Σταλινικών. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Βιέννη, έγινε ένας εξαιρετικά παραγωγικός κριτικός κινηματογράφου. Το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Ο ορατός άνθρωπος (Der Sichtbare Mensch, 1924), έδωσε ώθηση στη θεωρία για τον κινηματογράφο ως γλώσσα. Ο Σεργκέι Άιζενσταϊν και ο Βσέβολοντ Πουντόβκιν επηρεάστηκαν σημαντικά από αυτόν. Επίσης, ο Μπαλάς έγραψε το σενάριο για την ταινία Die Dreigroschenoper (1931) του Γ.Β. Παμπστ, που γέννησε σκάνδαλα και οδήγησε τον Μπρεχτ να του κάνει μήνυση (αν και παραδέχτηκε πως δεν είχε διαβάσει το σενάριο). Λίγο αργότερα, συνυπέγραψε με τον Καρλ Μάγιερ το σενάριο της ταινίας Das Blaue Licht (1932) και βοήθησε την Λένι Ρίφενσταλ να την σκηνοθετήσει. Η Ρίφενσταλ, όμως, έσβησε τα ονόματα του Μπαλάς και του Μάγιερ από τους τίτλους της ταινίας, γιατί ήταν Εβραίοι. Η ταινία Κάπου στην Ευρώπη (1947), σε σκηνοθεσία του Γκέζα φον Ραντβάνι, είναι μία από τις πιο γνωστές ταινίες του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του καθορίστηκαν από διάφορες ποταπές αψιμαχίες εντός χώρας, αλλά και από την άνοδο της φήμης του στον γερμανόφωνο κόσμο. Το 1949 του απονεμήθηκε το βραβείο Κόσουθ, το βραβείο με το μεγαλύτερο κύρος στην Ουγγαρία, και κατάφερε να τελειώσει τη Θεωρία του φιλμ, που εκδόθηκε το 1952, μετά το θάνατό του, στην Αγγλία, από τον εκδοτικό οίκο Denis Dobson. Το βραβείο Béla Balázs για το καλύτερο καλλιτεχνικό επίτευγμα στη φωτογραφία, ιδρύθηκε το 1958.

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

ΓΕΝΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ

European Films For Innovative Audience / Designed by Freelance Creative